Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και η Μέση Γη

Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών είναι ένα από εκείνα τα έργα που έχουν επηρεάσει όσο ελάχιστα τη λογοτεχνία του φανταστικού. Ο κόσμος της Μέσης Γης με τη μακρά ιστορία, την πολυπλοκότητα, τους θρυλικούς ηρωισμούς αλλά και τις απλές καθημερινές χαρές της ζωής –όπως το φαγητό!- δεν είναι κάποια ουτοπία, αλλά ένας κόσμος σαν τον δικό μας, φωτεινός και σκοτεινός συνάμα, και γι’ αυτό ίσως να κατέκτησε τόσο ιδιαίτερη θέση στις καρδιές των αναγνωστών που τον ένιωσαν οικείο.

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

Ένα χωριό αφού πέσει το σκοτάδι/ Καζούο Ισιγκούρο

Υπήρχε μια εποχή που μπορούσα να ταξιδεύω την Αγγλία χωρίς σταματημό επί βδομάδες και να παραμένω σε εγρήγορση -μια εποχή που, αν μη τι άλλο, το ταξίδι κάπως με ωφελούσε. Μα τώρα που έχω γεράσει αποπροσανατολίζομαι πιο εύκολα. Έτσι λοιπόν, φτάνοντας στο χωριό μόλις που είχε πέσει το σκοτάδι απέτυχα τελείως να κατατοπιστώ. Με το ζόρι μπορούσα να πιστέψω πως βρισκόμουν στο ίδιο χωριό, στο οποίο, όχι πολύ καιρό πριν, είχα ζήσει και βρεθεί να ασκήσω τόση επιρροή.

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Συναντώντας το 100% τέλειο κορίτσι ένα όμορφο πρωινό του Απρίλη/ Χαρούκι Μουρακάμι

Ένα όμορφο πρωινό του Απρίλη, σε έναν στενό παράδρομο στη μοντέρνα συνοικία του Τόκυο, προσπέρασα το 100% τέλειο κορίτσι.

Να σας πω την αλήθεια, δεν είναι και τόσο ωραία. Δεν ξεχωρίζει με κανέναν τρόπο. Τα ρούχα της δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο. Το πίσω μέρος των μαλλιών της είναι ακόμα πατικωμένο από τον ύπνο. Ούτε νέα είναι –πρέπει να είναι γύρω στα τριάντα, ούτε καν κοντά σε «κορίτσι», για την ακρίβεια. Μα και πάλι, το ξέρω από τα 200 μέτρα: Είναι το 100% τέλειο κορίτσι για μένα. Τη στιγμή που τη βλέπω, υπάρχει ένα βουητό στο στήθος μου και το στόμα μου είναι τόσο στεγνό όσο μια έρημος.

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

Σιωπή (απόπειρα ηρεμίας πριν από την καταιγίδα)

Η ηχηρότητα της σιωπής μου απαιτεί θάρρος που δεν έχω βρει ακόμα

Ασθμαίνω προσπαθώντας να τη μηδενίσω, κάθε που δεν βρίσκεται κανείς να κάνει λίγο θόρυβο

Τα αυτιά μου θέλουν να ανακουφίζονται με ήχους αποσυντονισμού

Το μέσα κοχλάζει σαστισμένα στοιβάζοντας παγερά τούβλα μέχρι το λαιμό μου,
μια κίνηση αυθόρμητη

Φτάνω λοιπόν σε ένα αδιέξοδο που μπορεί να μεταφραστεί με εγωιστικό λακωνισμό

Έξω: δώσε μου

Μέσα: Σώπα

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

Θάλασσα

Η θάλασσα στραφτάλιζε με του κόσμου όλου τα πετράδια αφημένα στις πτυχές της. Κάποτε ανταριασμένη, κάποτε ήρεμη, άλλαζε χρώματα αποφασιστικά, δίχως να νοιάζεται για τις σκέψεις που παρασέρνονταν στην αγκαλιά της. Γύρω της κόσμος καθιστός, όρθιος, ακίνητος, λικνιζόμενος ρυθμικά. Όλοι αμίλητοι, την κοιτούσαν με λαχτάρα. Κάποιοι προσεύχονταν. Ορισμένοι ήθελαν να σμίξουν μαζί της για πάντα, άλλοι να κλέψουν λίγη από τη φρέσκια ανάσα της κι ευθύς να επιστρέψουν ζωντανεμένοι στη στεριανή ζωή τους. Καθένας τους κάτι της ζητούσε έντονα, επιτακτικά, λες κι ήταν σκλάβα τους και παντοδύναμη θεότητα μαζί.

Από τότε που οι στεριανοί κλείσανε τη θάλασσα σε ένα τζάμι για να την κρατήσουν μακριά τους, την ποθούσαν περισσότερο. Όπως κάθε φορά που οι στεριανοί απαρνούνταν κάτι, έβρισκαν πως τώρα έλειπε από τη ζωή τους. Η αέναα κινούμενη, ποτέ διστακτική, η απόδειξη της συνέχειας των πραγμάτων, ήταν τώρα κλεισμένη σε ένα τζάμι. Την επισκέπτονταν κάθε μέρα από τα βάθη της κοιλάδας για να της μιλήσουν, να της δείξουν πόσο τους έλειψε.

Μία μέρα μετά την ομόφωνη απόφαση να αποκλείσουν τη θάλασσα από τις ζωές τους, γιατί ήταν άστατη, ανεξέλεγκτη και τους δημιουργούσε σύγχυση, ξεκίνησαν τις πορείες και τις δημόσιες διαμαρτυρίες. Θα έλεγε κανείς πως ένιωθαν ενοχές γι’ αυτή τους την πράξη. Κάποιος άλλος θα τολμούσε να πει, πως έβρισκαν ανακούφιση να νανουρίζουν τη συνείδησή τους σε ένα σκοπό ανούσιο. Η θάλασσα ποτέ δεν τους είχε ανάγκη. Εκείνοι ήταν που υποκρίνονταν τους άρχοντές της και παρατούσαν εδώ κι εκεί τις παράξενες φιλοδοξίες τους.

Τον τελευταίο καιρό είχε εξαπλωθεί η φήμη πως επρόκειτο για μια συνωμοσία. Δεν είχε γίνει ποτέ δημοψήφισμα, κάποιος άλλος-άγνωστος- είχε αποφασίσει την τύχη της θάλασσας. Οι στεριανοί ήταν μπερδεμένοι. Δεν θυμούνταν να έχουν ψηφίσει, αλλά δεν θυμούνταν και το αντίθετο.

Ξαφνικά, σηκώθηκε ένα πελώριο κύμα και έσκασε με θόρυβο στο τζάμι σκορπώντας σταγόνες σε όλη του την επιφάνεια, χωρίς να το διαπεράσει ούτε μία. Το γεγονός αυτό προκάλεσε παραλήρημα στο συγκεντρωμένο πλήθος. Σαν ένας αισθάνθηκαν όλοι πως η τελευταία τους ανάσα κρεμόταν από αυτό το τζάμι. Τους κατέλαβε μια αίσθηση κλειστοφοβίας, μια ανάγκη για δροσιά και νερό. Τότε, ενώ ο πανικός διέτρεχε το χώρο σαν αγέρας και οι φωνές είχαν αρχίσει να υψώνονται άναρθρες, ακατανόητες από τους κατόχους τους, ένας νεαρός άρπαξε ένα σφυρί και με όλη του τη δύναμη επιτέθηκε στο τζάμι. Το ράγισμα, αν και μικρό, ήταν αρκετό για να τραβηχτεί ο φόβος από το στήθος και να πέσει στο νερό.

Την άλλη μέρα το τζάμι είχε διαλυθεί. Εκατοντάδες σφυριά ξεκουράζονταν ανάμεσα σε θραύσματα από γυαλιά. Τώρα πια κανείς στην ακροθαλασσιά. Μόνο ο νεαρός καθόταν με τα πόδια στο νερό παίρνοντας βαθιές ανάσες και αγκαλιάζοντας την ελευθερία με το βλέμμα του.

Ήξερε πως την επόμενη φορά το τζάμι θα ήταν πιο γερό.

Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

Σε ξένο τόπο

Σε ξένο τόπο ν’ αγαπήσω  πες  μου
πώς, κλειστά παράθυρα μετρούν το χρόνο.

Στα πέτρινα πλακόστρωτα κατρακυλούν
οι σκέψεις της ημέρας. 
Ανάμεσα στα κλαδιά του πάρκου ο κόσμος
-μου- αναριγά.

Κι ήταν πάντοτε το θέλω του ταξιδιώτη
μες στην τσέπη μου.

Παθιασμένο και αταίριαστο.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Το σπίτι των ονείρων

Ο Δημήτρης, στα τριανταπέντε πια, κοίταζε με περιέργεια την παλιά πολυκατοικία. Ο χρόνος είχε υπάρξει λίγο ανελέητος μαζί της, όπως με όλους άλλωστε. Δεν περίμενε ποτέ πως θα σταθεί ξανά σε αυτό το κατώφλι. Η παρόρμησή του να βγάλει τα κλειδιά από την τσέπη για να ανοίξει, διακόπηκε από ένα νοσταλγικό χαμόγελο. «Μετά από τόσα χρόνια μακριά σου, κι όμως ακόμη είσαι δικό μου.» σκέφτηκε κοιτώντας την εξώπορτα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε το κουδούνι. Ακούστηκαν ομιλίες και το χτύπημα από παιδικά ποδαράκια που βιάζονται να καλωσορίσουν το νεοφερμένο. Θυμήθηκε τότε, που αυτός ο ήχος ερχόταν από τον ίδιο κάνοντας τον ενθουσιασμό του να αντηχεί σε όλο το σπίτι.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Ιστορίες από χαϊκού

πότε θα φτάσω
στον κόσμο απέναντι
πίσω να κοιτώ

βρέχει στο δρόμο
εδώ ησυχία κάνουν
ψυχές του όχι

καπνός θολώνει
βήμα τυφλό θα κάνω
φόβος που πρέπει

μάτια αλμυρά
με το φως σας λούζομαι
πόνος μου γλυκός

άνθη κερασιάς
να μπορούσα το χάδι
να φυλακίσω

ψυχές μπουγάδα
καρτερούνε τον ήλιο
να ζωντανέψουν


Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Νυχτερινές στιχομυθίες της ρουτίνας

Και που λες ετοιμάζομαι για ύπνο. Ώρες το λαχταρώ να κοιμηθώ. Είμαι κομμάτια από την κούραση. Ακουμπάω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι ωραία και καλά και τσαφ! Μια φωνή πετιέται και αρχίζει σε εκνευριστικό τόνο τις ερωτήσεις:

-Τα πιάτα τα έπλυνες;
-Ουφ, όχι θα το κάνω αύριο.
- Στην εφορία πότε θα πας;
-Είπαμε, την Τετάρτη.
-Δεν πήρες πίσω τηλέφωνο την Αναστασία.
-Ωχ! Το ξέχασα!
-Τη βαλίτσα; Τη βαλίτσα πότε θα τη φτιάξεις;
-Σε ένα μήνα φεύγω, έχω καιρό.
-Να κάνεις λίστα, μην ξεχάσεις τίποτα!
-Όχι, όχι μην ανησυχείς. Άσε με τώρα να κοιμηθώ λιγάκι.

Και σιωπά για λίγο. Κι εκεί που νομίζω πως ησύχασε κι ετοιμάζομαι να βολευτώ, να σου πάλι!

-Καλέ, το γατί δεν το τάισες!!!!!

-Δεν έχω γάτα. 

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

Ξένιος Δίας

Όλα ξεκίνησαν με χαρούμενες παιδικές φωνές να ακούγονται πάνω κάτω στο διάδρομο της πολυκατοικίας. Από τους ήχους που περνούσαν τη λεπτή σαν καρυδότσουφλο πόρτα της, η Χαρά κατάλαβε πως κάποιος μετακόμιζε στο διπλανό διαμέρισμα. Αρχικά ενοχλήθηκε. Τα διαμερίσματα ήταν πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Τόσο καιρό που δίπλα της δεν έμενε κανείς είχε την ησυχία της. Παρόλα αυτά, όταν άκουσε εκείνες τις παιδικές φωνούλες να μιλάνε ενθουσιωδώς στα αραβικά πέταξε τη σκούφια της. Μια οικογένεια από κάπου μακριά θα είχε τόσες πολλές ιστορίες να της πει, σκέφτηκε. Ίσως να μπορούσε να τους γνωρίσει λίγο καλύτερα.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Αρνάκι φρικασέ και άλλα εδέσματα

photo by Carol von Canon 
Το ζευγάρι καθόταν στο συνηθισμένο του τραπέζι δίπλα στο τζάκι. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το κροτάλισμα των σερβίτσιων και το χτύπημα από τις μασέλες τους καθώς καταβρόχθιζαν ό,τι είχαν μπροστά τους. Οι δυο τους έρχονταν χρόνια εδώ, χαρίζοντας στο μαγαζί λογαριασμούς όσο πέντε τραπέζια. Έτρωγαν και μεγάλωναν, σε πλάτος και βάθος τουλάχιστον. Με τον καιρό είχαν μάθει να μετατρέπουν κάθε ανάγκη σε  λαιμαργία. (Δεν τους έχουμε δει ποτέ να κοιτιούνται στα μάτια, παρά μόνο κατά  λάθος. Είναι λογικό, λοιπόν, να υποθέσουμε πως τυχόν υπαρξιακές ή άλλου πιο mainstream τύπου ανησυχίες, κατρακυλούσαν αμέσως στο μεταξύ τους χάσμα για να χαθούν για πάντα.) Έτσι, το φαγητό προσγειωνόταν ασταμάτητα στα υπερτροφικά τους στομάχια για να γεμίσει ένα κενό που έμενε πάντοτε εκπληκτικά άδειο.

Σήμερα, η παραγγελία ήταν ιδιαίτερα  παχυλή. Το ζευγάρι γιόρταζε την τεσσαρακοστή πέμπτη επέτειό του με το εστιατόριο. Η βραδιά ήταν γεμάτη συγκίνηση, κάτι το έκδηλο καθώς ανάμεσα στα μασουλήματα και τις βιαστικές γουλιές κρασιού, ο κύριος και η κυρία εναλλάξ κοιτούσαν όλο χαμόγελα τους υπόλοιπους θαμώνες και τους σερβιτόρους. Δεν μπορούμε, βέβαια, να είμαστε σίγουροι πως οι εκφράσεις τους αυτές δεν αποτελούσαν απλά μια προσπάθεια να ξεκολλήσουν τα υπολείμματα  χορταρικών, κρεατικών και λοιπών από τα δόντια τους.
Ξαφνικά, ο σύζυγος άρχισε να αγκομαχά καταρρέοντας πάνω στο ψητό γουρουνόπουλο. Η καρδιά του τον είχε προδώσει. Η σύζυγος δεν πτοήθηκε. Συνεχίζοντας να μασουλάει (με χάρη), σήκωσε τα μάτια από το πιάτο της για να βεβαιωθεί ότι κάποιος θα καλούσε ασθενοφόρο. Κι ενώ εκείνος παρέμενε σωριασμένος στο τραπέζι, εκείνη αποτέλειωνε το αρνάκι φρικασέ μην παραλείποντας να γλείψει τα δάχτυλά της.

Την επόμενη εβδομάδα ήρθαν ξανά στην ώρα τους, όπως πάντα.


Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Ο ξένος

Όταν φτάσαμε στο χωριό, μας υποδέχτηκαν με καχυποψία. Τα βλέμματά τους  έπεφταν πάνω μας  σαν μολύβι και βιάζονταν να σφίξουν τα  παιδιά τους κοντά και να κλειδαμπαρώσουν τα παραθύρια τους. Ανήσυχοι ψίθυροι ακολουθούσαν το κάθε μας βήμα. Οι ανάσες μας, θαρρείς, τους έκλεβαν από το δικό τους αέρα και γι’ αυτό μας αντιπαθούσαν. Οι λέξεις  «όχι», «φύγε» και «βρωμιάρηδες» ήταν από τις πρώτες  που μάθαμε στη γλώσσα τους. Ένα βήμα μπρος εμείς, δέκα βήματα πίσω εκείνοι, με σιχασιά.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Ταξίδια φωτός

Μια ηλιαχτίδα γλίστρησε ανάμεσα από τα παραθυρόφυλλα  και προσγειώθηκε με χάρη στο πρόσωπό του. Ξύπνησε. Ο ανήσυχος ύπνος του δεν είχε διαρκέσει ούτε τρεις ώρες. Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο δωμάτιο. Το λιγοστό φως του υποδείκνυε τη λιτή επίπλωση του δωματίου. «Ακόμα εδώ είμαι;» σκέφτηκε με πικρία. Είχε δει στον ύπνο του πως όλα είχαν τελειώσει. Όμως η πραγματικότητα είχε βαλθεί να τον ξυπνήσει.

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Εξεταστέο Μάθημα: Μικρή Ελλάδα-Μέθοδοι Αυτοκριτικής και Προβληματισμού 1


Σχολιάστε τις παρακάτω προτάσεις:
  1. Έχω συνηθίσει να σκέφτομαι πως τίποτε μεγάλο και σημαντικό δεν μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο.
  2. Έχω συνηθίσει να ελπίζω μόνο στην αλλαγή του εαυτού μου.
  3. Έχω αποδεχτεί πως οι μεγάλες αποφάσεις των άλλων θα μου φέρνουν μόνο απογοητεύσεις.
  4. Μου φαίνεται περίεργο πώς κάποιοι άνθρωποι βρίσκουν το κουράγιο να πολεμούν για κάτι που με την τετραγωνισμένη λογική μου δεν έχει καμία ελπίδα.
  5. Αναρωτιέμαι γιατί εκπλήσσονται και σοκάρονται όταν άλλοι παίρνουν τα ηνία γι’ αυτούς, χωρίς αυτούς και στέκονται απέναντί τους ή από πάνω.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Τι μου έμαθε ο παππούς χρόνος

Τι είναι αυτό που μας κάνει να μελαγχολούμε κάθε φορά που πλησιάζει η αλλαγή του χρόνου και οι ημέρες φαντάζουν ρεζερβέ για οικογενειακά τραπέζια και αγαπημένους φίλους;  Είναι το πρόβλημα αυτή η εξαναγκαστική χαρούμενη διάθεση ή όλα αυτά τα λαμπιόνια, τα φαγητά, τα χαμόγελα τα δήθεν και τα μη ή κάποια ανασκόπηση αυτού που πέρασε κι αυτού που έρχεται; Έχουμε μια εκπληκτική ικανότητα να πονάμε αναδρομικά και επετειακά για ένα σωρό πράγματα που μας συνέβησαν, ακόμη και αν μία μέρα πριν, γνωρίζαμε πως  τους είχαμε πλέον βάλει τη σφραγίδα «ξεπερασμένο» και τα είχαμε χώσει στην κατάψυξη. Είναι τόσα αυτά που ξεπηδούν κάθε χρονιά, τέτοια εποχή και πραγματοποιούν τη δική τους τελετουργία.  Ή μήπως είμαι μόνο εγώ; Μα γιατί πρέπει να είναι όλα τέλεια όταν αλλάζει ο χρόνος;

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Πες μου μαμά

Πες μου μαμά, πώς γυρίζουν οι κόσμοι μα εγώ μένω ακίνητη εδώ;
                           πώς αλλάζουν οι άνθρωποι μα μου φαίνομαι ίδια εγώ;
Πες μου μαμά, πώς ξεχνάω, κοιμάμαι, ονειρεύομαι και ξυπνώ;
                            πότε, αλήθεια, θα μάθω κι εμένα τόσο πολύ ν’αγαπώ;
Είναι αλήθεια, μαμά, πως κάποιος μια μέρα θα με τραβήξει μαζί του ξανά
μ’ αγάπη, με τρέλα, με όμορφους κόσμους, με μια αγκαλιά;
Κι ύστερα θα’ρθουν, σαν πρώτα, στιχάκια στιφά και σταχτιά
ξεχασμένες γωνίτσες, πικρές καταιγίδες από μαχαίρια μικρά
θα λιώσουν οι αχτίδες των ήλιων που μου ‘χε χαρίσει παλιά
θα κρύψω τα όσα εκείνον θυμίζουν λιγάκι βαθιά.
Και όταν αγγέλοι μιλήσουν και πάλι  για άλλη μι’ αγάπη, καινούργια, μαμά

Μα πόσος χώρος θα υπάρχει στο τέλος να κρύβω αγάπες βαθιά, βρε μαμά; 

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Στην Κονίσπολη αδερφές μου (-κι αδέρφια-)



«Τάξις και ασφάλεια», θα ακούσετε να ξεστομίζουν τα ανδρείκελα των εκάστοτε μικρών, μεσαίων, μεγάλων, ακατανόητων, ψεύτικων και ολοκληρωτικών εξουσιών. Θα ακούσετε ακόμα πολλά «θα», λέξεις όπως «αναβάθμιση, ποιότητα, ποσότητα, καλύτερο, αύριο, πρέπει, να σφίξουμε, να δώσετε, να πάρουμε, να χάσετε, να κερδίσουμε…» (Συμπληρώστε κατά βούλησιν. Δεν θα σας δίνεται, άλλωστε, συχνά τέτοια ευκαιρία.) Θα θυμώσετε, θα συμβιβαστείτε, θα σκύψετε το κεφάλι, θα σηκώσετε ανάστημα, θα φωνάξετε, θα σιωπήσετε, θα…Συμπληρώστε κατά βούλησιν. Άλλωστε, οι φόρμες σας λένε συνήθως ακριβώς τι πρέπει να γράψετε, να κάνετε, να πείτε. Και τι δεν πρέπει, ομοίως.


Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Συνήθειες κατάποσης κόμπων

Τυλιγμένος με μερικά καθημερινά  πυροτεχνήματα και μια περιποιημένη χούφτα ηλιαχτίδες πηγαίνει πιο εύκολα κάτω. Για  εκείνον τον κόμπο που ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει, μα αρνείται να εξαφανιστεί,μιλάω. Αγνώστου ετικέτας και ταυτόχρονα συμμετέχων σε κάθε διαθεσιακή ασυμμετρία. Φαίνεται πως τα παγκοσμίου φήμης  «υπαρξιακά» αρέσκονται στο να στέκονται στο λαιμό και όσο ψωμί και φως κι αν μπουκωθείς να  μην μετακινούνται παρακάτω. Κάποτε θα μπορούσε κανείς να πει πως αν λυθεί το ένα και το άλλο η κατάποση θα γίνει ευκολότερη και ύστερα από λίγο αβίαστη. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, ενώ το κάθε «πολύ σοβαρό» πρόβλημα που βολικά δικαιολογεί τον εκάστοτε κόμπο ξεφτίζει, τη θέση του παίρνουν καινούργια «σοβαρά» προβλήματα και κόμποι. Ίσως με τον καιρό η κατάκτηση της ηρεμίας είναι περισσότερο προϊόν της  αποδοχής αυτής  της μοίρας,  παρά  κάποιο μαγικό διαλυτικό για να το κάνεις γαργάρες.

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Να τους αγαπάς

Τους ανθρώπους να τους αγαπάς.

Κι ας είναι δύσκολοι, κι ας είναι εγωιστές, κι ας είναι απρόσεχτοι. Γιατί είσαι κι εσύ το ένα ή το άλλο ή κάτι ολότελα διαφορετικό. Εκείνους που σε δέχτηκαν όπως είσαι, ή που τουλάχιστον προσπάθησαν, να τους αγαπάς και να προσπαθείς να κάνεις και γι’ αυτούς το ίδιο.

Τι κι αν χωρίσουν δρόμοι και μονοπάτια, τι κι αν θυμώσεις ή πληγωθείς – και τα δυο απόρροια των δύο, όχι του μοναδικού φταίχτη και αποδιοπομπαίου τράγου – εσύ να τους αγαπάς.

Κι όσο μπορείς κι έχεις το θάρρος να τους το λες, να το φωνάζεις αν αντέχεις. Γιατί μπορεί να το χρειάζονται, γιατί μπορεί να μην το ξέρουν, γιατί μπορεί να το ξέχασαν, γιατί η ζωή είναι μικρή.
Μη φοβηθείς πως μπορεί να πετάξουν στα σκουπίδια αυτό που εσύ έφτιαξες με καρδιά και χέρια και κόπο, ψυχή και μυαλό. Μη φοβηθείς, γιατί η αγάπη ανακυκλώνεται κι αν τύχει και δεν τη θέλουν, εκείνη θα βρει ένα τρόπο να επιστρέψει σε σένα. Θα γίνει ξανά δικιά σου και θα μπορείς να τη μοιράσεις όπου εσύ θελήσεις ή να θρέψεις λίγο και τον εαυτό σου.

Τον εαυτό σου να τον αγαπάς επίσης.

Κι ας είναι όπως είναι, κι ας τον κατηγορείς πολλές φορές για τον κόσμο όλο. Γιατί αυτός είναι ο μόνος που ξαγρυπνά δίπλα σου όταν όλοι οι άλλοι σωπαίνουν. Αυτός είναι που σε έβγαλε από όσους βούρκους πέρασες με τα πόδια και εκείνος μονάχα θα μείνει να πολεμάει για σένα μέχρι τέλους. Όχι επειδή οι άλλοι δεν θέλησαν μα επειδή δεν μπόρεσαν, επειδή χρειάστηκε να φροντίσουν του ίδιους ή κάποιον άλλον.

Κι όταν μάθεις να αγαπάς, θα μπορείς να καταλάβεις ότι σ’ αγαπούν.

Κι ας είναι απασχολημένοι και  κουρασμένοι. Κι ας μην το δείχνουν όπως θα ‘θελες παρά με το δικό τους τρόπο, γιατί ποτέ δεν ήταν οι άνθρωποι των συναισθηματισμών. Κι ας νομίζεις ότι σε ξέχασαν. Κι ας είναι μακριά. Εκείνοι σε αγαπούν και κάπου βαθιά το ξέρεις.


Τους ανθρώπους σου να τους αγαπάς.

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Στο νοσοκομείο

Υπάρχουν υπηρεσίες και κτήρια  που κανείς δεν επισκέπτεται με χαρά γνωρίζοντας τι έχει να αντιμετωπίσει. Το ΙΚΑ, οι εφορίες, τα νοσοκομεία συνορεύουν με τη λέξη «ταλαιπωρία» στα διαμερίσματα του εγκεφάλου, όπως άλλωστε είναι λογικό. Φαίνεται, όμως, πως όλες οι αρνητικές εμπειρίες, δικές μας και άλλων, αθροίζονται σε μια γενική απαξίωση προς τους ανθρώπους που δουλεύουν εκεί. Ίσως σε κάποιες περιπτώσεις η δυσαρέσκεια να είναι δικαιολογημένη, αλλά  η τάση να θεωρούμε όλους αυτούς τους ανθρώπους ρομποτάκια που οφείλουν να κάνουν τη δουλειά τους γρήγορα και αποτελεσματικά, παρά τις όποιες αντιξοότητες είναι πολλές φορές άδικη.

Ένα περιστατικό που με έβαλε στο μονοπάτι τέτοιων σκέψεων συνέβη μια μέρα σε ένα νοσοκομείο, στα επείγοντα. Η ουρά στη διαλογή φαινόταν ακίνητη σαν βόα που χωνεύει και ο εκνευρισμός ήταν διάχυτος στην ατμόσφαιρα. Όσο καλές προθέσεις και να έχει κανείς, επηρεάζεται. Παρόλα αυτά, είχα αποφασίσει να αντισταθώ στα αρνητικά κύματα  που λυσσομανούσαν γύρω μου και να κάνω υπομονή. Όταν πια έφτασα στην αρχή της ουράς και συνειδητοποίησα πως δεν είχα την προσοχή του ανθρώπου που βρισκόταν απέναντί μου, ετοιμάστηκα να ρίξω μερικά αστραπόβροντα  γιατί «και η υπομονή έχει τα όριά της»… Ακολουθώντας, όμως , το βλέμμα της υπαλλήλου είδα κάτι άλλο.

Εκείνη τη στιγμή ένα φορείο πέρασε γρήγορα   μπροστά στα μάτια μου, πάνω βρισκόταν  ξαπλωμένος ένας αιμόφυρτος άνδρας. Προκλήθηκε μια αναστάτωση να γίνει γρήγορα  χώρος να περάσει ο τραυματίας. Τα μάτια της υπαλλήλου ακολούθησαν το φορείο γουρλωμένα.Ψιθύρισε ερωτηματικά ένα όνομα. Σηκώθηκε να δει καλύτερα ,μα μόλις το φορείο εξαφανίστηκε στο διάδρομο, έπεσε πάλι στην καρέκλα της τρομαγμένη ξεσπώντας σε λυγμούς. Πολύ γρήγορα  πήρε δυο βαθιές ανάσες, σκούπισε τα μάτια της  με ένα χαρτομάντηλο, κατάπιε και μου ζήτησε το βιβλιάριο. Κι εκεί που έκπληκτη την παρατηρούσα να συνεχίζει τη δουλειά της με μια μόλις εγκατεστημένη σκιά στα μάτια, αναρωτήθηκα  αν κάποιος άλλος θα της είχε βάλει τις φωνές που καθυστέρησε. Το γεγονός ότι δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά στον εαυτό μου με τρομάζει.